Σάββατο, 1 Οκτωβρίου 2011









Κων/νος Ρακτιβάν.
«Καινοτόμος θεμελιωτής του κράτους δικαίου»
Αν και σπουδαίος, από τους σπουδαιότερους του Ελληνικού Κράτους, ο Κ. Ρακτιβάν είναι σήμερα άγνωστος στους πολλούς. Ζει όμως στη μνήμη των ιστορικών, των φιλιστόρων Ελλήνων και, φυσικά, όλων των δικαστών του Συμβουλίου της Επικρατείας, του οποίου υπήρξε ο οργανωτής, ο πρωτεργάτης και ο πρώτος πρόεδρος.
Για ένα λαό, του οποίου η μνήμη δε διακρίνεται για τη δύναμή της και που η ιστορική του συνείδηση τρέφεται περισσότερο από τη ρηχή προγονολατρία παρά από την ιστορική γνώση, η αναφορά σε προσωπικότητες, όπως ο Κωνσταντίνος Ρακτιβάν, ενδείκνυται, αν δεν επιβάλλεται.
Η ζωή του Κ. Ρακτιβάν υπήρξε πολύ ενδιαφέρουσα. Ας την παρακολουθήσουμε, λοιπόν, όπως «(. . .) ξεκίνησε με την αθόρυβη εργασία του σπουδαστηρίου και, περνώντας από τη μαχόμενη δικηγορία, την ενεργό διοίκηση, την εθνική πολιτική και την ακαδημαϊκή ανάδειξη, τον οδήγησε, κατά το τέρμα του βίου του, ιδρυτή και κορυφαίο της διοικητικής δικαιοσύνης . . .» (Κ. Κεραμεύς).
Ο Κ. Ρακτιβάν σπουδάζει νομικά στην Αθήνα, όπου και εγκαθίσταται ως δικηγόρος το 1885.

Μόλις είκοσι δύο ετών δημοσιεύει την πρώτη νομική του μελέτη, υπό τον τίτλο «Μελέτη επί του νόμου 963 ΞΕ της 22 Μαΐου 1885 περί τόκου υπερημερίας και τόκου τόκων». Το 1888 δημοσιεύει μελέτη υπό τον τίτλο «Τινά περί προκαταρκτικών συμβάσεων» και το αυτό έτος διορίζεται πρωτοδίκης στη Σύρο. Ακολουθεί η δημοσίευση νέας μελέτης, υπό τον τίτλο «Ζητήματα τινά σχετικά προς την δικαστικήν παράστασιν των ανηλίκων». Το επόμενο έτος παραιτείται από το δικαστικό Σώμα, για να στραφεί στην «από περιωπής μαχόμενη δικηγορία», κατά την εικοσιπενταετή άσκηση της οποίας «(. . .) τίποτε δεν εστάθη ικανόν να εκτρέψη τον Ρακτιβάν της αυστηράς ευθύτητος και δικαιοσύνης. Είτε δικηγορών είτε γνωμοδοτών, ουδ’ επί στιγμήν μετεχειρίσθη την νομικήν του σοφίαν εις την αμαύρωσιν ή συσκότισιν της αληθείας (. . .)» (Γ. Μπαλής).
Ως δικηγόρος συνέδεσε το όνομά του τόσο με την ίδρυση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών όσο και με την εν γένει λειτουργία του από τις πλέον υπεύθυνες θέσεις : του αντιπροέδρου (1909) και, επί τρία συναπτά έτη (1910, 1911, 1912), του προέδρου του.
Το 1892 δημοσιεύει περισπούδαστη μονογραφία υπό τον τίτλο «Περί της μετά την λύσιν του γάμου τύχης της προικός κατά το εν Ελλάδι κρατούν ρωμαϊκόν και βυζαντινόν δίκαιον».
Η επανάσταση του 1909 σημαίνει νέα αρχή και για τη ζωή του Κ. Ρακτιβάν. Εισέρχεται στην πολιτική ως ένας εκ των επιλέκτων συνεργατών του Ελευθερίου Βενιζέλου. Το 1910, «(. . .) χωρίς ουδέποτε, ουδέ και ένα, άνευ καμμίας υπερβολής, να γνωρίση ή να χαιρετήση εκλογέα, ουδέ και αμεσώτερον να επικοινωνήση διά τινος των εν χρήσει τρόπων είτε γράφων είτε αγορεύων, προς μεγάλας λαϊκάς μάζας, πάντοτε όμως παρακολουθούμενος από του μεγαλυτέρου του κομματάρχου, την Φήμην, εκλέγεται πρώτος του πρώτου του Κράτους νομού βουλευτής» (Π. Θηβαίος).

Το επόμενο έτος ορίζεται μέλος και εισηγητής της κοινοβουλευτικής επιτροπής επί της αναθεωρήσεως του Συντάγματος. Από τη θέση αυτή θέτει ανεξίτηλα την προσωπική του σφραγίδα επί του νέου Συντάγματος, του 1911, καθώς υπήρξε ο βασικός εισηγητής των μεταρρυθμίσεων που αυτό εισήγαγε στο νομικό και πολιτικό βίο της χώρας, θέτοντας, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, τις βάσεις θεσμών του κράτους δικαίου, μεταξύ των οποίων και το Συμβούλιο της Επικρατείας.
Εξέχουσα πλέον μορφή και του πολιτικού βίου στεριώνει στις προτιμήσεις των εκλογέων της Αττικής, που κατ’ επανάληψιν (1912, 1915) του χαρίζουν την εμπιστοσύνη τους. Το 1912 διαδέχεται τον Ν. Δημητρακόπουλο στο υπουργείο Δικαιοσύνης (έως το 1913), οπότε «(. . .) την επαύριον της ορκωμοσίας του ως υπουργού (κλείονται) ερμητικώς αλλά και διά παντός αι θύραι του μεγάλου εν οδώ Ακαδημίας δικηγορικού του γραφείου και (καλούνται) οι πελάται προς παραλαβήν των δικογραφιών των! Το γεγονός τούτο υπήρξε βεβαίως φαινόμενον διά τα δικηγορικά χρονικά της χώρας μας και μαρτυρεί πόσην ηθικήν ευθιξίαν ενέκλειεν η ψυχή του Ρακτιβάν» (Γ. Μπαλής).

Ως υπουργός Δικαιοσύνης κατέλιπε έργο σπουδαίο, του οποίου μερικές μόνο εκδηλώσεις είναι η σύνταξη, από αυτόν τον ίδιο, των σχεδίων νόμων περί δικαστηρίου συγκρούσεως καθηκόντων, περί ανώτατου πειθαρχικού συμβουλίου και περί δικαστηρίου αγωγών κακοδικίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου