Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

Γράφει η Λιάνα Κανέλλη

Θέλοντας και μη η πολιτική και ιδεολογική συζήτηση, με όρους 21ου αιώνα, ανοίγει σε πείσμα των ΜΜΕ, των λιπόθυμων πανεπιστημιακών και των σαστισμένων πολιτικάντηδων. Τώρα. Μεσούσης της κρίσης και της άγριας επίθεσης στα λαϊκά στρώματα, με στόχο κεντρικό την εργασία. Κι αν δεν την ανοίγουν ψευτοδιανοούμενοι και συστημικοί «προοδευτικοί», την ανοίγουν στα καφενεία και τα σπίτια, στις παρέες και στις επαγγελματικές φυλακές, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι. Νέοι και νέες. Ως χτες ίσως εκούσια, ή το χειρότερο ακούσια κι εκβιαστικά, απολίτικοι.
Η εργασία είναι χρόνος. Τμήμα του βιολογικού χρόνου, αυστηρά περιορισμένο από την...

ηλικία, την ικανότητα, τις γεωπολιτικές συνθήκες. Είναι κόπος κάλυψης των επιβιωτικών αναγκών και όχι ψυχολογική, αισθητική και ψυχοπνευματική έννοια.
Το ...παιχνιδάκι του διαχωρισμού του χρόνου σε ψυχικό (άμα περνάς ωραία βαστάει λίγο, περνάει σαν αστραπή, άμα περνάς κολασμένα το λεπτό είναι αιώνας κλπ.) και πραγματικό παίζεται αυτόν τον καιρό με χυδαίο προπαγανδιστικό τρόπο στη μιντιακή κουλτούρα. Σκόπιμα. Ωστε η εργασία - λάστιχο να εκλαμβάνεται και ως «προνόμιο» χρήσης χρόνου.
Χωρίς προσφυγές στην Καντιανή ηθική και Χεγκελιανή ερμηνεία της «συνύπαρξης του βασιλείου της ανάγκης και του βασιλείου της ελευθερίας» ως κατάσταση ελευθερίας, σήμερα ακόμα και ο πλέον άσχετος με τη φιλοσοφία και την πολιτική φιλοσοφία πολίτης του λεγόμενου δυτικού πολιτισμού, πολλώ μάλλον Ελληνας, βιώνει βιαίως την καταλήστευση της μόνης φυσικής ιδιοκτησίας του, του χρόνου του. Ο σύγχρονος εργαζόμενος, ο σύγχρονος άνθρωπος, ακόμη κι αυτός που δεν άκουσε άλλον Μαρξ απ' το σκύλο του διπλανού του και αγνοεί το γιατί του, είχε συναίσθηση του έστω μερικώς κεκτημένου να ορίζει το χρόνο του. Αυτό κατανοούσε ως πρόγραμμα, όνειρο, σχέδιο ζωής, σπουδών, οικογένειας, πρέπει και θέλω του. Γιατί έζησε μια περίοδο «ειρήνης» χωρίς αμφισβήτηση του κεκτημένου της εργασίας, της σύνταξης, της εκπαίδευσης ακόμα και με ψευδή την έννοια «δωρεάν» στις βασικές ανάγκες του.
Στις ΗΠΑ από το 1980 και στην ΕΕ από το 1989-90, μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ, ο χρόνος που «είναι χρήμα» για τους καπιταλιστές έγινε το τεράστιο, το παγκοσμιοποιημένο πεδίο επίθεσης στ' απομεινάρια ελευθερίας των μαζών. Πεινάω. Ανάγκη. Τι θα φάω, τι θέλω να φάω, πώς και πότε και πού είναι ελευθερία, έλεγαν και λένε ακόμα οι φιλοσοφούντες περί την κοινωνία, τη συγκρότηση και τη χειραγώγησή της.
Σ' αυτό το περιοριστικό δίπολο κινήθηκαν δεκαετίες τώρα οι ανησυχούντες μην και γίνουμε τρίτος κόσμος. Είναι οι ίδιοι που κάποτε πάλευαν για να μην υπάρχει τρίτος κόσμος. Μετέπειτα φιλάνθρωποι και εν τέλει ΜΗΚΥΟ θυσιαζόμενοι υπέρ συμφερόντων αοράτων τρίτων.
Η επίθεση είναι καθολική. Γεμάτη αντιφάσεις. Η λογικοφάνειά της έχει αφετηρία την παραδοχή ότι πάντα κάποιοι θα πεινάνε. Και κάποιοι θα μένουν αχόρταγοι και χορτασμένοι μαζί. Οι πεινασμένοι δεν έχουν χρόνο ζωής ελεύθερο. Γιατί το σύνολο του βιολογικού τους χρόνου πρέπει να το αναλίσκουν στην επιβίωση. Δε φτάνει να εργάζονται. Πρέπει να εκχωρούν το δικαίωμα του πότε και πόσο θα πεινάσουν, πότε και πόσο θα εργαστούν και με ποια αμοιβή, σε κείνους που συσσώρευσαν κάθε αξία και υπεραξία της εργασίας, ανήγαγαν την κατανάλωση σε πεδίο τεχνητής εξομοίωσης ταξικών αντιπάλων και βύθισαν εκτός από την οικονομία και τη σκέψη σε μια κυνική βαρβαρότητα ιστορικού πισωγυρίσματος χωρίς προηγούμενο.
"Ριζοσπάστης"
Αναρτήθηκε από σίβυλλα στις Σάββατο, Αύγουστος 14, 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου