Κυριακή, 12 Δεκεμβρίου 2010

Ο αφοπλισμός των συνδικάτων .
Του Σταυρου Λυγερου
Η κρίση δανεισμού και η απειλή χρεοκοπίας αποδεικνύονται καταλύτης για τη λήψη μέτρων, που μέχρι πρότινος θα ήταν αδιανόητα. Η αλήθεια είναι ότι η κατάρρευση του κλεπτοκρατικού, σπάταλου και ανορθολογικού μοντέλου κατέστησε ζωτικά αναγκαία τη θεμελίωση ενός υγιούς και παραγωγικού μοντέλου ανάπτυξης. Αντ’ αυτού, όμως, στο όνομα της δημοσιονομικής προσαρμογής και της ανταγωνιστικότητας, ο κορμός των μέτρων στρέφεται εναντίον του κόσμου της εργασίας. Με άλλα λόγια, έχει ταξικό πρόσημο.
Η κυβέρνηση έχει καταφέρει να συντρίψει τις αντιστάσεις για τρεις λόγους: Πρώτον, με όπλο το δίλημμα «Μνημόνιο ή χρεοκοπία» έπεισε ότι η πολιτική της είναι μονόδρομος. Δεύτερον, ενοχοποίησε την κοινωνία, τονίζοντας υπαρκτές παθογένειες των μικρομεσαίων στρωμάτων. Τρίτον, εκμεταλλευόμενη τον κατακερματισμό της κοινωνίας, «σαλαμοποίησε» τις αντιδράσεις. Ολα αυτά τα κατάφερε με την αμέριστη βοήθεια των ΜΜΕ.
Κάθε απεργία αντιμετωπίζεται από τους άλλους κλάδους εχθρικά, με αποτέλεσμα στους εκάστοτε απεργούς να ασκείται όχι μόνο η πίεση της εξουσίας, αλλά και των ΜΜΕ και της κοινής γνώμης. Στην πραγματικότητα, οι κινητοποιήσεις έχουν ηθικοπολιτικά κηρυχθεί αντικοινωνικές ενέργειες, ανεξαρτήτως εάν είναι δικαιολογημένες ή όχι. Ετσι όπως έχουν έλθει τα πράγματα, οι κοινωνικές ομάδες δεν διαθέτουν πια δυνατότητα άμυνας.
Οι ήττες έχουν εδραιώσει την εντύπωση ότι οι κινητοποιήσεις είναι ατελέσφορες, ότι λόγω του διεθνούς οικονομικού ελέγχου η κυβέρνηση δεν έχει περιθώριο υποχώρησης. Κατά συνέπεια, κάθε αντίσταση στην πολιτική του Μνημονίου είναι μάταιη. Το γεγονός αυτό επιτρέπει στους κυβερνώντες να λειτουργούν σαν οδοστρωτήρας.
Αποδεικνύεται ότι το Μνημόνιο δεν είναι μόνο μία δέσμη δημοσιονομικών μέτρων, αλλά ένα πρόγραμμα βίαιου μετασχηματισμού της ελληνικής οικονομίας/κοινωνίας στη βάση των κυρίαρχων νεοφιλελεύθερων αντιλήψεων. Το γεγονός ότι περιέχει και επιβεβλημένες αλλαγές, οι οποίες έπρεπε να έχουν προ πολλού εφαρμοσθεί, δεν αλλάζει τον χαρακτήρα του. Στην πραγματικότητα, αποδομείται βιαίως ο εκτεταμένος «μικροϊδιοκτητικός τρόπος παραγωγής», υποβαθμίζονται και συχνά καταστρέφονται μικρομεσαία στρώματα.
Η σαρωτική επίθεση έφερε στην επιφάνεια την αδυναμία του συνδικαλιστικού κινήματος. Οι μεγαλοσυνδικαλιστές είχαν συνηθίσει να διαπραγματεύονται συμβιβασμούς, οι οποίοι επέτρεπαν στην κυβέρνηση να εφαρμόσει την πολιτική της και στους «πράσινους» συνδικαλιστές να εξασφαλίζουν ανταλλάγματα υπέρ των εργαζομένων, μέσω των οποίων αναπαρήγαγαν τη δεσπόζουσα θέση της ΠΑΣΚ/ΠΑΣΚΕ. Για τον ρόλο αυτόν, όμως, χρειαζόταν μία συνδικαλιστική γραφειοκρατία, όχι ζωντανές συνδικαλιστικές οργανώσεις στη βάση. Τώρα που η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά, οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες είναι σχεδόν γυμνές.
Αυτό ισχύει περισσότερο για τον χώρο της ΓΣΕΕ. Ο συνδικαλισμός στον καθαρά ιδιωτικό τομέα έχει σχεδόν καταργηθεί. Η δύναμη της ΓΣΕΕ είναι οι ομοσπονδίες στις ΔΕΚΟ. Εκεί, όμως, υπάρχει άλλο πρόβλημα. Τα συνήθως ισχυρά διαπραγματευτικά όπλα και το καθεστώς άτυπης συνδιοίκησης επέτρεψαν την απόσπαση συχνά προκλητικών προνομίων, τα οποία σε συνθήκες οξύτατης κρίσης γίνονται προκλητικότερα.
Με το επιχείρημα ότι είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, η κυβέρνηση προς το παρόν εξαίρεσε από τις περικοπές κρίσιμες ΔΕΚΟ. Προφανώς, έπαιξε ρόλο και το ότι μία μετωπική σύγκρουση με τα αντίστοιχα συνδικάτα μπορεί να παραλύσει την οικονομική/κοινωνική ζωή. Η μετωπική σύγκρουση, όμως, δεν αποτρέπεται. Η τρόικα δεν αφήνει άλλο δρόμο στην κυβέρνηση.
Υπενθυμίζουμε ότι μετά την εκλογική ήττα του 2007 ο Γιώργος Παπανδρέου επανεξελέγη πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ με την καθοριστική υποστήριξη της ΠΑΣΚΕ/ΠΑΣΚ. Αυτός και οι υπουργοί, που ανήκουν στο περιβάλλον του, θεωρούν τον κομματικό μηχανισμό και ειδικά τους συνδικαλιστές υπολείμματα του παρελθόντος. Αντιθέτως, θεωρούν τους εαυτούς τους εκπροσώπους της νέας πολιτικής εποχής. Μόνο όποτε έχουν ανάγκη τους συνδικαλιστές τους χρησιμοποιούν, προσφέροντας κατά κανόνα προσωπικά ανταλλάγματα. Δεν έχουν συνείδηση παράταξης και ως εκ τούτου δεν τους ενδιαφέρει η επιρροή της ΠΑΣΚ/ΠΑΣΚΕ ως πολιτικό μέγεθος.
Λόγω της φθοράς και της απαξίωσης του κομματισμού και του εργατοπατερισμού, η στάση αυτή μοιάζει σύγχρονη και προοδευτική. Στην πραγματικότητα, όμως, αποπνέει μία ολιγαρχική αντίληψη. Η έννοια πολιτικό κόμμα τείνει να υποκατασταθεί από τον «βασιλιά» και τους «αυλικούς» του.
Αντιμέτωποι με τις οργισμένες αντιδράσεις των επαγγελματικών ομάδων που εκπροσωπούν, για να επιβιώσουν οι «πράσινοι» συνδικαλιστές κατά κανόνα αυτονομούνται και συχνά συγκρούονται με την κυβέρνηση. Λόγω της δυναμικής των πραγμάτων το χάσμα ολοένα και βαθαίνει. Αυτή είναι η αιτία, που ενώ το ΠΑΣΟΚ, ως κόμμα, έχει πολιτικοοργανωτικά εκφυλισθεί, τα συνδικαλιστικά του δίκτυα παραμένουν σχετικά ακμαία.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος, που βοήθησε το Μαξίμου να ελέγξει καταστάσεις, έχει σε μεγάλο βαθμό «καεί». Οπως έδειξε και το πρόσφατο περιστατικό της διαπραγμάτευσης για τις επιχειρησιακές συμβάσεις, στους καιρούς της κρίσης όποιος πατάει σε δύο βάρκες τελικώς πέφτει στη θάλασσα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου